ἐτυμολογία

ἐτῠμολογ-ία, ,
A etymology, Id.16.4.29, D.H.Comp.16, A.D.Adv.153.13, Ph.1.354, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐτυμολογία — ἐτυμολογίᾱ , ἐτυμολογία etymology fem nom/voc/acc dual ἐτυμολογίᾱ , ἐτυμολογία etymology fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτυμολογίᾳ — ἐτυμολογίᾱͅ , ἐτυμολογία etymology fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετυμολογία — Η ιστορία της μορφής και της σημασίας μιας λέξης μεταξύ δύο χρονικών στιγμών που έχουμε διαλέξει συμβατικά. Για να αντιληφθούμε την ιστορία και τα προβλήματα της επιστήμης της ε., ο καλύτερος τρόπος είναι να ερευνήσουμε τις διαδοχικές σημασίες… …   Dictionary of Greek

  • ετυμολογία — η 1. η αναζήτηση της καταγωγής, της προέλευσης λέξης: Να βρεθεί η ετυμολογία της λέξης. 2. αυτή η καταγωγή της λέξης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐτυμολογίας — ἐτυμολογίᾱς , ἐτυμολογία etymology fem acc pl ἐτυμολογίᾱς , ἐτυμολογία etymology fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτυμολογίαι — ἐτυμολογίᾱͅ , ἐτυμολογία etymology fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτυμολογίαν — ἐτυμολογίᾱν , ἐτυμολογία etymology fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτυμολογιῶν — ἐτυμολογία etymology fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτυμολογίαις — ἐτυμολογία etymology fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • Etymologie — im Verständnis der modernen Sprachwissenschaft ist die Erklärung der Entstehung eines Wortes oder Morphems in einer gegebenen Gestalt und Bedeutung. Als sprachgeschichtlich (diachron) ausgerichtete Erklärungsweise ist sie Bestandteil der… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.